mewing
mewing
mju:ɪng
myooing

Ορισμός και σημασία του "mewing"στα αγγλικά

01

η τεχνική του mewing, η μέθοδος του mewing

a technique of pressing the tongue to the roof of the mouth, claimed to reshape the jawline 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
He's been practicing mewing every day to improve his jawline. 

Εξασκείται στο mewing κάθε μέρα για να βελτιώσει το περίγραμμα του σαγονιού του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

mewing
mew
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store