Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to crash out
01
ενεργώ παρορμητικά, παίρνω μια απερίσκεπτη απόφαση
to make a reckless, impulsive, or regrettable decision, often fueled by anger or frustration
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
crash
ενεστώτας
crash out
γ΄ ενικό πρόσωπο
crashes out
ενεστώτα μετοχή
crashing out
απλός αόριστος
crashed out
παθητική μετοχή
crashed out
Παραδείγματα
He crashed out after losing his temper in the meeting.
Έχασε τον έλεγχο αφού έχασε την ψυχραιμία του στη συνάντηση.



























