to crash out
Pronunciation
/kɹˈæʃ ˈaʊt/

Ορισμός και σημασία του "crash out"στα αγγλικά

to crash out
01

ενεργώ παρορμητικά, παίρνω μια απερίσκεπτη απόφαση

to make a reckless, impulsive, or regrettable decision, often fueled by anger or frustration
slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
crash
ενεστώτας
crash out
γ΄ ενικό πρόσωπο
crashes out
ενεστώτα μετοχή
crashing out
απλός αόριστος
crashed out
παθητική μετοχή
crashed out
Παραδείγματα
I almost crashed out when I heard the news.
Σχεδόν έκανα κάτι ανόητο όταν άκουσα τα νέα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store