Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to goof around
[phrase form: goof]
01
σπαταλώ χρόνο, κάνω αστεία
to waste time or behave in a silly, playful, or careless way
Slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
around
βασικό ρήμα
goof
ενεστώτας
goof around
γ΄ ενικό πρόσωπο
goofs around
ενεστώτα μετοχή
goofing around
απλός αόριστος
goofed around
παθητική μετοχή
goofed around
Παραδείγματα
The kids goofed around while waiting for the movie to start.
Τα παιδιά κάνουν χαζομάρες ενώ περίμεναν την έναρξη της ταινίας.



























