Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to goof around
01
σπαταλώ χρόνο, κάνω αστεία
to waste time or behave in a silly, playful, or careless way
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
around
βασικό ρήμα
goof
ενεστώτας
goof around
γ΄ ενικό πρόσωπο
goofs around
ενεστώτα μετοχή
goofing around
απλός αόριστος
goofed around
παθητική μετοχή
goofed around
Παραδείγματα
Stop goofing around and finish your homework.
Σταμάτα να χαζεύεις και τελείωσε την εργασία σου.



























