to goof around
goof
ˈgu:f
goof
a
ə
ē
round
raʊnd
rawnd

Ορισμός και σημασία του "goof around"στα αγγλικά

to goof around
01

σπαταλώ χρόνο, κάνω αστεία

to waste time or behave in a silly, playful, or careless way 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
around
βασικό ρήμα
goof
ενεστώτας
goof around
γ΄ ενικό πρόσωπο
goofs around
ενεστώτα μετοχή
goofing around
απλός αόριστος
goofed around
παθητική μετοχή
goofed around
Παραδείγματα
Stop goofing around and finish your homework. 

Σταμάτα να χαζεύεις και τελείωσε την εργασία σου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store