Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hang loose
01
χαλαρώνω, παίρνω τον χρόνο μου
to relax and take things easy
slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
χωριστό
μόριο
loose
βασικό ρήμα
hang
ενεστώτας
hang loose
γ΄ ενικό πρόσωπο
hangs loose
ενεστώτα μετοχή
hanging loose
απλός αόριστος
hung loose
παθητική μετοχή
hung loose
Παραδείγματα
I 'll hang loose after finishing this project.
Θα χαλαρώσω αφού τελειώσω αυτό το έργο.



























