Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to r-bomb
01
R-βομβαρδίζω, R-βομβώ
to deliberately leave someone's text message on read without replying
slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
R-bomb
γ΄ ενικό πρόσωπο
R-bombs
ενεστώτα μετοχή
R-bombing
απλός αόριστος
R-bombed
παθητική μετοχή
R-bombed
Παραδείγματα
They've R-bombed me multiple times this week.
Με έχουν R-βομβαρδίσει πολλές φορές αυτή την εβδομάδα.



























