baby mama
ba
ˈbeɪ
bei
by
bi
bi
ma
mɑ:
maa
ma
baby-mama
baby mamma
baby momma
baby-mamma
baby-momma

Ορισμός και σημασία του "baby mama"στα αγγλικά

01

μητέρα του παιδιού του, μαμά του παιδιού του

a woman who is the mother of someone's child, typically outside of marriage 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
baby mamas
Παραδείγματα
He spends the weekend with his baby mama and their daughter. 

Περνάει το Σαββατοκύριακο με τη μητέρα του παιδιού του και την κόρη τους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store