Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Situationship
01
σιτουέισονσιπ, αδιευκρίνιστη σχέση
a romantic or sexual relationship that lacks clear labels, commitment, or long-term expectations
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
situationships
Παραδείγματα
They've been in a situationship for months, but no one's calling it a relationship.
Βρίσκονται σε μια απροσδιόριστη σχέση εδώ και μήνες, αλλά κανείς δεν την αποκαλεί σχέση.
Λεξικό Δέντρο
situationship
situation
situate



























