skoliosexual
sko
ˌskəʊ
skew
lio
liəʊ
liew
se
ˈsɛ
se
xual
kʃuəl
kshooēl

Ορισμός και σημασία του "skoliosexual"στα αγγλικά

01

σκολιοσεξουαλικός, σκολιοσεξουαλικό άτομο

a person who is primarily attracted to non-binary individuals 
skoliosexual definition and meaning
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
skoliosexuals
Παραδείγματα
That skoliosexual is dating a non-binary partner. 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store