Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Femme
01
φεμ, θηλυκή λεσβία
a lesbian who expresses herself in a feminine way
slang
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
femmes
Παραδείγματα
That femme energy lit up the room wherever she went.
Αυτή η ενέργεια femme φώτιζε το δωμάτιο όπου κι αν πήγαινε.



























