Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Drag queen
01
ντραγκ κουίν, καλλιτέχνης τραβεστί
a performer, usually male, who dresses in exaggerated women's clothing and makeup
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
drag queens
Παραδείγματα
The drag queens stole the show with glitter and humor.



























