Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Momfluencer
01
μαμά-influencer, μητέρα influencer
a mother who uses social media to share parenting tips, lifestyle content, or promote products
slang
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
momfluencers
Παραδείγματα
She became a momfluencer after her parenting tips went viral.
Έγινε μαμά influencer αφού οι συμβουλές της για γονείς έγιναν viral.



























