momager
mo
ˈməʊ
mew
ma
mi
ger
ʤə

Ορισμός και σημασία του "momager"στα αγγλικά

01

μητέρα-διαχειρίστρια, μαμά-διαχειρίστρια

a mother who manages her child's career, often in entertainment or sports 
momager definition and meaning
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
momagers
θηλυκό ενικό
momager
neutral form
parent-manager
Παραδείγματα
That momager negotiated her daughter's first record deal. 

Αυτή η μαμά-μάνατζερ διαπραγματεύτηκε την πρώτη δισκογραφική συμφωνία της κόρης της.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store