Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cobweb
01
ιστός αράχνης, αραχνούς
a tangled net of threads that a spider makes in order to catch insects
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
cobwebs
02
ιστός αράχνης, νήμα ιστού αράχνης
filaments from a web that was spun by a spider
03
ιστός αράχνης, νήμα αράχνης
a fabric so delicate and transparent as to resemble a web of a spider
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
cobwebby
cobweb
cob
web



























