cobblestone
co
ˈkɒ
ko
bble
bəl
bēl
stone
stəʊn
stewn

Ορισμός και σημασία του "cobblestone"στα αγγλικά

01

στρωτήρας, βότσαλο

the small, rounded stones used historically for paving streets and paths 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cobblestones
Παραδείγματα
The old town square was paved with cobblestones. 

Η παλιά πλατεία της πόλης ήταν πλακοστρωμένη με βότσαλα.

to cobblestone
01

στρώνω με πλακόστρωτα, πλακοστρώνω

pave with cobblestones 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cobblestone
γ΄ ενικό πρόσωπο
cobblestones
ενεστώτα μετοχή
cobblestoning
απλός αόριστος
cobblestoned
παθητική μετοχή
cobblestoned
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store