Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to cobble together
01
συναρμολογώ πρόχειρα, συγκροτώ βιαστικά
to assemble or create something with whatever materials or resources are readily available, often in a hasty manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
together
βασικό ρήμα
cobble
ενεστώτας
cobble together
γ΄ ενικό πρόσωπο
cobbles together
ενεστώτα μετοχή
cobbling together
απλός αόριστος
cobbled together
παθητική μετοχή
cobbled together
Παραδείγματα
We didn't have much time, so we had to cobble a solution together using the tools and materials we had on hand.
Δεν είχαμε πολύ χρόνο, έτσι έπρεπε να συναρμολογήσουμε μια λύση με τα εργαλεία και τα υλικά που είχαμε διαθέσιμα.



























