Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Left luggage
01
αποθήκη αποσκευών, φύλαξη αποσκευών
a secure storage facility found at train stations or airports, where travelers can leave their bags temporarily
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
left luggages
Παραδείγματα
We put our bags in the left luggage before catching our train.
Βάλαμε τις τσάντες μας στην αποθήκη αποσκευών πριν πάρουμε το τρένο μας.



























