Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fish market
01
ψαραγορά, ιχθυοπωλείο
a place where fish and other seafood are sold, either fresh or processed
Παραδείγματα
The smell of the fish market filled the air as we walked past the stalls.
Η μυρωδιά της αγοράς ψαριών γέμιζε τον αέρα καθώς περπατούσαμε μπροστά από τα περίπτερα.



























