to scoot over
Pronunciation
/skˈuːt ˈoʊvɚ/

Ορισμός και σημασία του "scoot over"στα αγγλικά

to scoot over
[phrase form: scoot]
01

κουνιέμαι, μετακινώ

to move over slightly to make space for someone else
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
over
βασικό ρήμα
scoot
ενεστώτας
scoot over
γ΄ ενικό πρόσωπο
scoots over
ενεστώτα μετοχή
scooting over
απλός αόριστος
scooted over
παθητική μετοχή
scooted over
Παραδείγματα
Please scoot over a bit; there's enough space for everyone.
Παρακαλώ σύρε λίγο· υπάρχει αρκετός χώρος για όλους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store