Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to scoot over
01
κουνιέμαι, μετακινώ
to move over slightly to make space for someone else
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
over
βασικό ρήμα
scoot
ενεστώτας
scoot over
γ΄ ενικό πρόσωπο
scoots over
ενεστώτα μετοχή
scooting over
απλός αόριστος
scooted over
παθητική μετοχή
scooted over
Παραδείγματα
Please scoot over a bit; there's enough space for everyone.
Παρακαλώ σύρε λίγο· υπάρχει αρκετός χώρος για όλους.



























