kaleidoscope
ka
lei
ˈlaɪ
lai
dos
dəs
dēs
cope
kəʊp
kewp

Ορισμός και σημασία του "kaleidoscope"στα αγγλικά

01

καλειδοσκόπιο, αλλάζον μοτίβο

a constantly changing pattern of elements or colors 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
kaleidoscopes
Παραδείγματα
The city's nightlife is a kaleidoscope of sights, sounds, and cultures. 

Η νυχτερινή ζωή της πόλης είναι ένα καλειδοσκόπιο από θέα, ήχους και πολιτισμούς.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store