closing hours
closing
kləʊzɪng
klewzing
hours
aʊəz
awez

Ορισμός και σημασία του "closing hours"στα αγγλικά

01

ώρες κλεισίματος, ώρες λήξης

the times at which a business or service stops operating for the day 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
plural
not gender specific
πληθυντικός τύπος
closing hours
Παραδείγματα
The closing hours of the supermarket are at 10 PM. 

Οι ώρες κλεισίματος του σούπερ μάρκετ είναι στις 10 μ.μ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store