Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to sift out
[phrase form: sift]
01
κοσκινίζω, φιλτράρω
to separate and remove what is unwanted or less suitable, often by examining carefully
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
sift
ενεστώτας
sift out
γ΄ ενικό πρόσωπο
sifts out
ενεστώτα μετοχή
sifting out
απλός αόριστος
sifted out
παθητική μετοχή
sifted out
Παραδείγματα
It 's hard to sift out truth from misinformation online.
Είναι δύσκολο να ξεχωρίσεις την αλήθεια από την παραπληροφόρηση στο διαδίκτυο.



























