lengths
lengths
lɛngθs
lengths

Ορισμός και σημασία του "lengths"στα αγγλικά

01

ακραίες ενέργειες, μεγάλα μήκη

extreme actions taken to achieve something 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lengths
Παραδείγματα
She went to great lengths to finish the project on time 

Έκανε μεγάλες προσπάθειες για να ολοκληρώσει το έργο εγκαίρως.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store