kitchen hand
Pronunciation
/kˈɪtʃən hˈænd/

Ορισμός και σημασία του "kitchen hand"στα αγγλικά

01

βοηθός κουζίνας, πλύστης πιάτων

a person who assists with basic tasks in a kitchen, such as cleaning, washing dishes, and simple food prep
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
kitchen hands
Παραδείγματα
As a kitchen hand, her duties included peeling vegetables.
Ως βοηθός κουζίνας, τα καθήκοντά της περιλάμβαναν το ξεφλούδισμα λαχανικών.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store