Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Labor migration
01
μετανάστευση εργατικού δυναμικού, εργατική μετανάστευση
the movement of people from one area or country to another for the purpose of finding work
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Labor migration from rural to urban areas has increased.
Η μετανάστευση εργατικού δυναμικού από αγροτικές σε αστικές περιοχές έχει αυξηθεί.



























