labor migration
la
ˈleɪ
λει
bor
μπα
mig
maɪg
μαιγκ
ra
reɪ
ρει
tion
ʃən
σαν
labour migration

Ορισμός και σημασία του "labor migration"στα αγγλικά

Labor migration
01

μετανάστευση εργατικού δυναμικού, εργατική μετανάστευση

the movement of people from one area or country to another for the purpose of finding work 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Labor migration from rural to urban areas has increased. 

Η μετανάστευση εργατικού δυναμικού από αγροτικές σε αστικές περιοχές έχει αυξηθεί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store