office worker
off
ɒf
of
ice
aɪs
ais
wor
wɜ:
ker

Ορισμός και σημασία του "office worker"στα αγγλικά

01

υπάλληλος γραφείου, γραφειοκράτης

a person who does administrative or clerical work in an office 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
office workers
Παραδείγματα
She works as an office worker in a law firm. 

Εργάζεται ως υπάλληλος γραφείου σε ένα δικηγορικό γραφείο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store