Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bushfire
01
πυρκαγιά θάμνων, δασική πυρκαγιά
a fire that spreads quickly through dry grass, trees, or bushes in the countryside
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bushfires
Παραδείγματα
Smoke from the bushfire could be seen from miles away.
Ο καπνός από την πυρκαγιά θάμνων μπορούσε να φανεί από μίλια μακριά.
Λεξικό Δέντρο
bushfire
bush
fire



























