soft tissue
soft
ˈsɒft
soft
ti
tɪ
ti
ssue
ʃu:
shoo

Ορισμός και σημασία του "soft tissue"στα αγγλικά

01

μαλακός ιστός, μαλακοί ιστοί

the parts of the body that are soft and flexible, such as muscles, fat, skin, and organs, not bones or hard structures 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
soft tissues
Παραδείγματα
The injury only affected soft tissue, not the bone. 

Ο τραυματισμός επηρέασε μόνο τους μαλακούς ιστούς, όχι το οστό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store