land sailer
land
lændseɪlə
lāndseilē
sailer

Ορισμός και σημασία του "land sailer"στα αγγλικά

01

ξηροπλοϊκό, ελαφρύ όχημα με τροχούς και πανί

a lightweight vehicle with wheels and a sail, powered by wind and steered like a sailboat 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
land sailers
Παραδείγματα
She raced a land sailer across the dry lakebed. 

Διέτρεξε με ένα χερσαίο ιστιοφόρο πάνω από το ξηρό πυθμένα της λίμνης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store