snowcat
snow
ˈsnəʊ
snew
cat
kæt
kāt
sno-cat

Ορισμός και σημασία του "snowcat"στα αγγλικά

01

ένα snowcat, ένα χιονοκίνητο όχημα

a large vehicle designed to move over snow, often used for grooming ski slopes or transporting people and equipment in snowy areas 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
snowcats
Παραδείγματα
We rode in a snowcat to reach the remote mountain cabin. 

Ταξιδέψαμε με ένα snowcat για να φτάσουμε στην απομονωμένη καλύβα στο βουνό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store