Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Romanticist
01
ρομαντικός, οπαδός του ρομαντισμού
someone who supports or follows the ideas of Romanticism, which focus on strong emotions, imagination, nature, and individual freedom, especially in art, literature, or philosophy
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
romanticists
Παραδείγματα
Romanticists rejected strict rules and preferred freedom in their work.
Οι ρομαντικοί απέρριπταν τους αυστηρούς κανόνες και προτιμούσαν την ελευθερία στο έργο τους.
Λεξικό Δέντρο
romanticistic
romanticist
romantic
romant



























