milkshed
milk
ˈmɪlk
milk
shed
ʃɛd
shed
milk shed

Ορισμός και σημασία του "milkshed"στα αγγλικά

01

γαλακτοπαραγωγική ζώνη, περιοχή παραγωγής γάλακτος

the area around a city or town where milk is produced and quickly delivered before it spoils 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
milksheds
Παραδείγματα
The city gets most of its milk from farms in the nearby milkshed. 

Η πόλη παίρνει το μεγαλύτερο μέρος του γάλακτος της από φάρμες στο κοντινό γαλακτοπαραγωγικό πεδίο.

Λεξικό Δέντρο

milkshed

milk

+

shed

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store