loose fit
loose
lu:s
loos
fit
fɪt
fit
loose-fit

Ορισμός και σημασία του "loose fit"στα αγγλικά

01

χαλαρή εφαρμογή, άνετη εφαρμογή

a style of clothing that is not tight and hangs away from the body, providing comfort and ease of movement 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
loose fits
Παραδείγματα
I prefer a loose fit when buying jeans for everyday wear. 

Προτιμώ ένα χαλαρό fit όταν αγοράζω τζιν για καθημερινή χρήση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store