deluded
de
di
lu
ˈlju:
lyoo
ded
dɪd
did
denuded

Ορισμός και σημασία του "deluded"στα αγγλικά

01

παραπλανημένος, απατημένος

believing something that is not true, often because of being misled or refusing to accept reality 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most deluded
συγκριτικός βαθμός
more deluded
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His deluded belief in his own skills cost him the job. 

Η παραπλανητική πίστη του στις δικές του ικανότητες του κόστισε τη δουλειά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store