Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Air show
01
αεροπορική επίδειξη, αεροσόου
an event where aircraft are displayed and flown to entertain or demonstrate flying skills and technology
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
air shows
Παραδείγματα
We went to an air show and saw fighter jets perform tricks.
Πήγαμε σε μια αεροπορική επίδειξη και είδαμε μαχητικά αεροσκάφη να εκτελούν κόλπα.



























