hand crank
Pronunciation
/hˈænd kɹˈæŋk/

Ορισμός και σημασία του "hand crank"στα αγγλικά

01

μανιβέλα, χειροκίνητη μανιβέλα

a handle that is turned by hand to operate a machine or device
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hand cranks
Παραδείγματα
That machine runs by using a hand crank.
Αυτή η μηχανή λειτουργεί χρησιμοποιώντας μια μανιβέλα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store