Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Coastguard
01
ακτοφυλακή, παραλιακή φρουρά
a military service responsible for the safety of maritime traffic in coastal waters
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
coastguards
02
ακτοφυλακή, παραλιακή φρουρά
a person or an organization that helps protect and watch over the sea, ensuring safety, rescue, and enforcing laws near the coast
Παραδείγματα
She admired the coastguard's work in keeping the sea safe.
Εκτιμούσε τη δουλειά των ακτοφυλάκων στη διατήρηση της ασφάλειας της θάλασσας.
Λεξικό Δέντρο
coastguard
coast
guard



























