Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to broomball
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
broomball
γ΄ ενικό πρόσωπο
broomballs
ενεστώτα μετοχή
broomballing
απλός αόριστος
broomballed
παθητική μετοχή
broomballed
Παραδείγματα
The company organized a broomball tournament for its winter retreat.
Η εταιρεία οργάνωσε ένα τουρνουά broomball για το χειμερινό της retreat.
Λεξικό Δέντρο
broomball
broom
ball



























