handprint
hand
ˈhænd
hānd
print
prɪnt
print

Ορισμός και σημασία του "handprint"στα αγγλικά

01

αποτύπωμα χεριού, ίχνος χεριού

the visible mark left by a hand, typically made on a surface with ink, paint, dirt, or pressure 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
handprints
Παραδείγματα
The child left colorful handprints on the classroom wall. 

Το παιδί άφησε πολύχρωμα αποτυπώματα χεριών στον τοίχο της τάξης.

Λεξικό Δέντρο

handprint

hand

+

print

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store