coppiced
Pronunciation
/kˈɑːpɪst/

Ορισμός και σημασία του "coppiced"στα αγγλικά

01

κουρεμένος, περικομμένος

(of trees or shrubs) regularly cut back to the ground to encourage new growth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Many coppiced areas are rich in biodiversity due to their regular regrowth.
Πολλές περιοχές κλαδεμένες είναι πλούσιες σε βιοποικιλότητα λόγω της τακτικής αναγέννησής τους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store