Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Coachman
01
αμαξάς, ηνίοχος
a person who drives a horse-drawn coach or carriage, often responsible for handling the horses and ensuring safe transport
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
coachmen
Παραδείγματα
The coachman skillfully guided the carriage through the busy streets.
Ο αμαξάς οδήγησε επιδέξια την άμαξα μέσα από τα πολυσύχναστα δρόμια.



























