coachman
Pronunciation
/ˈkoʊtʃmən/

Ορισμός και σημασία του "coachman"στα αγγλικά

01

αμαξάς, ηνίοχος

a person who drives a horse-drawn coach or carriage, often responsible for handling the horses and ensuring safe transport
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
coachmen
Παραδείγματα
The wealthy family hired an experienced coachman to manage their horses and carriage.
Η πλούσια οικογένεια προσέλαβε έναν έμπειρο αμαξά για να διαχειριστεί τα άλογα και την άμαξά τους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store