coaching
coa
ˈkəʊ
kew
ching
ʧɪng
ching
couchingcoughing

Ορισμός και σημασία του "coaching"στα αγγλικά

01

προπόνηση, εκπαίδευση

the process of training, guiding, or instructing someone, typically in a particular skill or activity, to improve their performance 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The coaching for the new employees focused on company policies and teamwork. 

Η προπόνηση για τους νέους υπαλλήλους επικεντρώθηκε στις πολιτικές της εταιρείας και στην ομαδική εργασία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store