Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to co-author
01
συν-συγγραφή
to write a book, article, bill, etc. with another author
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
co-author
γ΄ ενικό πρόσωπο
co-authors
ενεστώτα μετοχή
co-authoring
απλός αόριστος
co-authored
παθητική μετοχή
co-authored
Παραδείγματα
Despite living in different countries, they collaborated online to co-author an article for a prestigious academic journal.
Παρά το ότι ζούσαν σε διαφορετικές χώρες, συνεργάστηκαν online για να συγγράψουν ένα άρθρο για ένα αξιόλογο ακαδημαϊκό περιοδικό.
Co-author
01
συν-συγγραφέας, συγγραφέας συνεργάτης
a person who collaborates with one or more individuals in writing a book, article, or other work
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
co-authors
Παραδείγματα
The novel had a co-author who contributed to the plot development.
Το μυθιστόρημα είχε έναν συν-συγγραφέα που συνέβαλε στην ανάπτυξη της πλοκής.



























