Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Clydesdale
01
Clydesdale, άλογο έλξης Clydesdale
a large draft horse breed originating in Scotland, known for its strength, size, and feathering on the lower legs
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
clydesdales



























