Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to clown around
01
κάνω τον κλόουν, συμπεριφέρομαι παιχνιδιάρικα
to behave in a playful, silly, or humorous manner, often engaging in antics or comedic actions for amusement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
around
βασικό ρήμα
clown
ενεστώτας
clown around
γ΄ ενικό πρόσωπο
clowns around
ενεστώτα μετοχή
clowning around
απλός αόριστος
clowned around
παθητική μετοχή
clowned around
Παραδείγματα
Instead of focusing on their work, they decided to clown around and playfully chase each other around the office.
Αντί να επικεντρωθούν στη δουλειά τους, αποφάσισαν να κάνουν τους κλόουν και να κυνηγιούνται παιχνιδιάρικα γύρω από το γραφείο.



























