Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Clown
02
a person who behaves in a silly, foolish, or ridiculous way
to clown
01
συμπεριφέρομαι σαν κλόουν, κλοουνάρω
act as or like a clown
Λεξικό Δέντρο
clownish
clownlike
clown
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
a person who behaves in a silly, foolish, or ridiculous way
συμπεριφέρομαι σαν κλόουν, κλοουνάρω
Λεξικό Δέντρο