Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Clown
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
clowns
02
κλόουν, γελωτοποιός
a person who behaves in a silly, foolish, or ridiculous way
Informal
Παραδείγματα
That politician is a complete clown with his idiotic promises.
Αυτός ο πολιτικός είναι ένας πλήρης κλόουν με τις ηλίθιες υποσχέσεις του.
to clown
01
συμπεριφέρομαι σαν κλόουν, κλοουνάρω
act as or like a clown
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
clown
γ΄ ενικό πρόσωπο
clowns
ενεστώτα μετοχή
clowning
απλός αόριστος
clowned
παθητική μετοχή
clowned
Λεξικό Δέντρο
clownish
clownlike
clown



























