clown
clown
klaʊn
klawn
crown

Ορισμός και σημασία του "clown"στα αγγλικά

01

κλόουν, γελωτοποιός

a person who wears a wig and a red nose to entertain an audience 
clown definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
clowns
02

κλόουν, γελωτοποιός

a person who behaves in a silly, foolish, or ridiculous way 
clown definition and meaning
ανεπίσημο
Παραδείγματα
Stop acting like a clown and take this meeting seriously. 

Σταμάτα να συμπεριφέρεσαι σαν κλόουν και πάρε αυτή τη συνάντηση στα σοβαρά.

to clown
01

συμπεριφέρομαι σαν κλόουν, κλοουνάρω

act as or like a clown 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
clown
γ΄ ενικό πρόσωπο
clowns
ενεστώτα μετοχή
clowning
απλός αόριστος
clowned
παθητική μετοχή
clowned

Λεξικό Δέντρο

clownish
clownlike
clown
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store