Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Closing
01
κλείσιμο, ολοκλήρωση
a concluding action
02
κλείσιμο, λήξη
the act of closing something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
closings
03
κλείσιμο, διακοπή λειτουργίας
termination of operations
04
κλείσιμο, λήξη
approaching a particular destination; a coming closer; a narrowing of a gap
05
κλείσιμο, τέλος
the last section of a communication
closing
01
τελικός, καταληκτικός
final or ending
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most closing
συγκριτικός βαθμός
more closing
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
enclosing
closing
close



























