closing
clo
ˈkloʊ
κλου
sing
zɪng
ζινγκ
/klˈə‍ʊzɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "closing"στα αγγλικά

01

κλείσιμο, ολοκλήρωση

a concluding action
closing definition and meaning
02

κλείσιμο, λήξη

the act of closing something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
closings
03

κλείσιμο, διακοπή λειτουργίας

termination of operations
04

κλείσιμο, λήξη

approaching a particular destination; a coming closer; a narrowing of a gap
05

κλείσιμο, τέλος

the last section of a communication
01

τελικός, καταληκτικός

final or ending
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most closing
συγκριτικός βαθμός
more closing
διαβαθμίσιμο

Λεξικό Δέντρο

enclosing
closing
close
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store