Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Closed curve
01
κλειστή καμπύλη, κλειστός βρόχος
a curve that begins and ends at the same point, forming a closed loop
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
closed curves



























